Rediscovering the core of health community
 

Πρακτικές εφαρμογές του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου

Πριν από αρκετό καιρό είχαμε παρουσιάσει την όχι και τόσο νέα πλην όμως ελάχιστα γνωστή και σπάνια εφαρμοζόμενη πρόταση του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου για την υγεία. Σε συνέχεια εκείνης της παρουσίασης, θα δούμε σήμερα ορισμένες καλές πρακτικές που καλείται να εφαρμόσει κάθε επαγγελματίας υγείας που εφαρμόζει το συγκεκριμένο μοντέλο. Έτσι θα αποκτήσουμε καλύτερη αίσθηση του τι σημαίνει πρακτικά να προσφέρει κανείς υπηρεσίες υγείας εμπνεόμενος από το πιο πρόσφατο επιστημολογικό παράδειγμα. Ένας επαγγελματίας υγείας που προσεγγίζει τους ασθενείς του ως βιοψυχοκοινωνικές οντότητες, δηλαδή όπως πραγματικά είναι:

1.Εργάζεται για να χτίσει εμπιστοσύνη

Στα πλαίσια του βιοιατρικού μοντέλου η εμπιστοσύνη προς τον ειδήμονα γιατρό θεωρείται δεδομένη ως αποτέλεσμα της αυθεντίας του τελευταίου. Το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο, αντίθετα, μας θυμίζει ότι η γνώση είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη. Για να κερδίσει ο επαγγελματίας υγείας την εμπιστοσύνη του ασθενούς, χρειάζεται επιπλέον να χτιστεί μεταξύ τους μια ανθρώπινη σύνδεση.

Η σύνδεση αυτή μπορεί να διαφέρει από μια συνηθισμένη κοινωνική σχέση μιας και πηγάζει από δεδομένους ρόλους, αυτό όμως δεν την κάνει πιο εύκολη. Μάλλον το αντίθετο, επιφορτίζει κυρίως τον επαγγελματία με το βάρος να δουλέψει για την οικοδόμηση αυτής της σχέσης. Για να το κάνει αυτό θα πρέπει να αφιερώσει αρκετό χρόνο σε κάθε ασθενή, να δείξει γνήσιο ενδιαφέρον για ό,τι είναι σημαντικό για τους ασθενείς του ακόμα κι αν δεν σχετίζεται άμεσα με τη θεραπεία, να αντέξει την όποια αμφισβήτηση και να επιτρέψει να αναδυθούν συναισθήματα και από τις δύο μεριές. Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται πολλά μέσα στην φορτωμένη καθημερινότητα ενός επαγγελματία υγείας, αλλά αν σκεφτούμε ότι η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του φαίνεται να είναι πολύ καθοριστικός παράγοντας για την τήρηση του θεραπευτικού πρωτοκόλλου και την επιτυχία της θεραπείας, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι αξίζει τον κόπο.

2.Ενδιαφέρεται για κάθε σημαντική πτυχή της ζωής του ασθενούς.

Κοιτάζοντας τον κάθε ασθενή ως ολότητα, μοιραία ο επαγγελματίας σταματά να ενδιαφέρεται αποκλειστικά για συμπτώματα και να προτείνει θεραπείες και θεωρεί σημαντικό ότι καταλαμβάνει χώρο στη ζωή του ασθενούς. Παίρνοντας αυτές τις πληροφορίες μπορεί να επιλέξει πιο σωστά τον ενδεδειγμένο τρόπο θεραπείας για το συγκεκριμένο άνθρωπο. Μπορεί ακόμα να αναγνωρίσει καλύτερα τα κίνητρα και τα εμπόδια του ασθενούς ως προς την τήρηση μιας θεραπείας και να προσαρμόσει κατάλληλα το θεραπευτικό πλάνο.

Για παράδειγμα, ίσως ένας παππούς δυσκολεύεται να ακολουθήσει την αγωγή αντιμετώπισης του διαβήτη αν το κίνητρο είναι η μείωση των τιμών της γλυκόζης στο αίμα, αλλά όχι αν μάθει ότι με αυτό τον τρόπο θα μπορεί να συνεχίσει να παίζει ποδόσφαιρο με τον εγγονό του και να διαβάζει παραμύθια στην εγγονή του. Ίσως, μια ασθενής δεν πείθεται να ξεκινήσει γυμναστήριο, αλλά αν ο γιατρός γνωρίζει ότι μένει στον τέταρτο και την πείσει να χρησιμοποιεί τις σκάλες έχει ήδη πετύχει τον στόχο.

Παρόμοια, ένας ψυχιατρικός ασθενής που ζει μόνος ίσως είναι προτιμότερο να λαμβάνει τη θεραπεία μηνιαίως σε ενέσιμη μορφή στο νοσοκομείο, παρά καθημερινά από το στόμα. Πέρα από τα πρακτικά όμως, ένας γιατρός είναι καλό να γνωρίζει πώς ο ασθενής σηματοδοτεί την ασθένεια και τι αλλαγές έχει προκαλέσει στη ζωή του. Οι πληροφορίες αυτές είναι απαραίτητες, για να θέσουν μαζί τους θεραπευτικούς στόχους και να τους πετύχουν.

3.Ενημερώνει με ειλικρίνεια και απλότητα για το θεραπευτικό πλάνο και τους στόχους του.

Ο ασθενής σύμφωνα με το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο δεν είναι υποχρεωμένος να αποδεχτεί το θεραπευτικό πλάνο απλώς επειδή το όρισε ο γιατρός. Αντίθετα, ο γιατρός οφείλει να εξηγήσει στον ασθενή με τρόπο κατανοητό ποιοι είναι οι στόχοι της θεραπείας, ποια είναι τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη των στόχων και ποια είναι τα πιθανά ρίσκα που ενέχει η συγκεκριμένη αγωγή. Έχοντας αυτές τις πληροφορίες ο ασθενής μπαίνει σε μια θεραπεία που έχει νόημα για τον ίδιο. Επίσης, αισθάνεται ότι έχει έλεγχο στη θεραπεία του. Για αυτούς τους λόγους μεγιστοποιούνται οι πιθανότητες να ακολουθήσει πιστά την θεραπεία και το σώμα του να ανταποκριθεί σε αυτήν με τον βέλτιστο δυνατό τρόπο.

4.Δέχεται ερωτήσεις και αιτήματα

Ένας επαγγελματίας υγείας που ακολουθεί το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο δίνει συνειδητά σε κάθε ασθενή τον χρόνο και τον χώρο να διατυπώσει απορίες, ενστάσεις και φόβους σε σχέση με την θεραπεία. Επίσης, δεν υποτιμά καμιά σκέψη ή ανησυχία του ασθενούς όσο και αν αντιβαίνει στη συνήθη προσέγγιση.

Για παράδειγμα, αν μια ασθενής ανησυχεί για τις αισθητικές αλλοιώσεις που μπορεί να προκαλέσει η θεραπεία μιας νεοπλασίας ο γιατρός οφείλει να την ακούσει και να προτείνει λύσεις , αντί να υποτιμήσει την ανησυχία της λέγοντας: «Τι σημασία έχει η εμφάνιση, εδώ παλεύουμε για τη ζωή σου». Ακούγοντας όλες τις σκέψεις των ασθενών και ανταποκρινόμενοι στις ανησυχίες τους, διασφαλίζουμε ότι είμαστε σύμμαχοι στη θεραπεία και αυτό είναι καταλυτικό για την επιτυχία της.

5.Επιτρέπει στον ασθενή να πάρει αποφάσεις για την ζωή του

Καθώς το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο έχει αμφισβητήσει την αυθεντία των επαγγελματιών υγείας και έχει αναγνωρίσει το δικαίωμα στους λήπτες υπηρεσιών υγείας να παίρνουν οι ίδιοι τις κρίσιμες αποφάσεις για τη ζωή τους, ο ρόλος των επαγγελματιών υγείας αλλάζει. Αντί να έχουν την ευθύνη των αποφάσεων, η ευθύνη τους πλέον είναι να παρέχουν στους ασθενείς όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται, ώστε να αποφασίσουν το αν θα ακολουθήσουν ή όχι θεραπεία, ποιος θα είναι ο στόχος της θεραπείας τους, σύμφωνα με τις δικές τους προτεραιότητες και ποια από τα διαθέσιμα μέσα θα αξιοποιηθούν. Φυσικά, για να είναι η πρόταση αυτή λειτουργική χρειάζεται να εξασφαλιστεί ότι ο ασθενής όντως κατανοεί όλες τις πληροφορίες που λαμβάνει και είναι ενήμερος για τις επιπτώσεις των αποφάσεων του.

Το εγχείρημα είναι δύσκολο αλλά πολύ σημαντικό αν θέλουμε να σεβαστούμε την ελευθερία των ασθενών. Αλήθεια, ποιος άλλος εκτός από τον ίδιο τον πάσχοντα μπορεί να αποφασίσει αν προτιμά ένα χρόνο ζωής με τις δυσκολίες μιας χημειοθεραπείας ή τρεις μήνες χωρίς αυτές; Ποιος μπορεί να μην προβληματιστεί μπροστά σε ένα εφτάχρονο αγόρι με ημιπληγία που ρωτά «Γιατρέ, μήπως αντί να μου χειρουργήσετε το πόδι, μπορείτε να κάνετε κάτι για το χέρι; Εμένα το χέρι με νοιάζει!»

6.Αφήνει χώρο σε όλα τα συναισθήματα του ασθενούς , χωρίς να προσπαθεί να τα λειάνει.

Η παραδοσιακή οπτική προέτρεπε τους επαγγελματίες υγείας να προσπαθούν να κανονικοποιήσουν οτιδήποτε έμοιαζε άβολο. Ως παρενέργεια αυτής της οπτικής συχνά θεωρούνταν ότι το δυσβάστακτο συναίσθημα έπρεπε να ανακουφιστεί όσο γινόταν πιο σύντομα, μάλλον για να μην αμφισβητεί την ικανότητα του επαγγελματία να διορθώνει τα πάντα. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι ο θυμός, ο φόβος, η θλίψη ενός ανθρώπου που η ζωή του έχει εξελιχθεί δυσάρεστα είναι εκεί για να ακουστούν και όχι για να κατευναστούν.

Πριν από μια επώδυνη εξέταση λοιπόν, ίσως δεν είναι καλή ιδέα να προτρέπουμε κάποιον να μην ανησυχεί, επειδή θα ανησυχεί ό,τι και να λέμε. Παρόμοια, ας μην πούμε όλα θα πάνε καλά, όταν αυτό δεν είναι βέβαιο. Είναι πολύ καλύτερο να επιτρέψουμε στον συνάνθρωπο μας να εκφράσει ό,τι νιώθει και να δοκιμάσουμε να αντέξουμε το συναίσθημα του.

 7.Γνωρίζει τα όρια του και καλλιεργεί συνεργασίες

Το παλιό μοντέλο, αντιμετώπιζε την υγεία και την ασθένεια μονοδιάστατα και επιφόρτιζε τους γιατρούς με το ρόλο της αυθεντίας που φέρει την αποκλειστική ευθύνη της θεραπείας. Σήμερα, καθώς έχουμε αναγνωρίσει ότι η υγεία είναι πολυδιάστατη, ξέρουμε καλά ότι ο ρόλος του γιατρού περιορίζεται σε ένα κομμάτι της θεραπείας.

Για να είναι όμως η θεραπεία αποτελεσματική, χρειάζεται ο γιατρός να συνεργαστεί σε ισότιμη βάση και συνεργατικό κλίμα με άλλες ειδικότητες όπως ψυχολόγοι, διατροφολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, φυσικοθεραπευτές και άλλοι.

Κάθε επαγγελματίας συνεισφέρει τις γνώσεις και την πείρα του στο δικό του πεδίο και όλοι ανταλλάσουν ιδέες και προβληματισμούς με στόχο το συμφέρον του ανθρώπου που τους χρειάζεται.

 

 

Written by

Η Μαρία Ιωαννίδου, σπούδασε ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με επαναλαμβανόμενες υποτροφίες και αποφοίτησε ως αριστούχος το 2009. Το 2012 έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο στην ψυχολογία υγείας από το πανεπιστήμιο του Surrey της Αγγλίας. Στη συνέχεια μετεκπαιδεύτηκε στην συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία με συστημική και υπαρξιακή προσέγγιση, ενώ συνεχώς εμπλουτίζει τις γνώσεις της στον χώρο της ψυχοθεραπείας. Επίσης είναι σύμβουλος επαγγελματικού προσανατολισμού εφήβων και ενηλίκων, πιστοποιημένη από την ISON Isychometrica. Έχει εργαστεί ως ψυχολόγος σε σχολεία γενικής και ειδικής αγωγής. Επιπλέον έχει συνεργαστεί εθελοντικά με φορείς όπως το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (Κ.ΕΛ.Π.ΝΟ), το γηροκομείο Ναυπλίου, ο Συμβουλευτικός σταθμός του Νοσοκομείου Αργολίδας και το Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (Κ.Ε.Θ.Α.) Επίσης, έχει προσφέρει τις υπηρεσίες της σε συλλόγους και ενορίες, συντονίζοντας ομάδες αυτογνωσίας και σχολές γονέων. Τα τελευταία χρόνια προσφέρει υπηρεσίες συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας σε άτομα και ομάδες σε προσωπικούς της χώρους στο Ναύπλιο Αργολίδας και στο Χαλάνδρι Αττικής. Η ομιλία της στο TEDxATHENS 2018 συγκέντρωσε το ενδιαφέρον κοινού και μέσων ενημέρωσης

No comments

LEAVE A COMMENT